Ομολογίες Πίστεως...
Λούπης Δημήτρης
Αρχίζω
και εγώ την ομολογία μου όπως όλοι
σχεδόν οι αδελφοί.
Γεννήθηκα στον Πειραία το 1936.
Ονομάζομαι Δημήτρης Λούπης. Είμαι
μέλος μιας πολύτεκνης οικογένειας.
Είμαι το έβδομο παιδί μέσα στην
οικογένεια. Τα χρόνια που έζησα ήταν
πολύ δύσκολα, γρήγορα ήρθε η
Γερμανική κατοχή και σαν να μην
έφτανε αυτό πέθανε και στα χρόνια
της κατοχής ο πατέρας μου. Έπρεπε
λοιπόν να δουλέψουμε για να
μπορέσουμε να ζήσουμε.
Από μικρά παιδιά βγήκαμε στη
βιοπάλη. Σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια
μπορέσαμε και σταθήκαμε και εγώ και
όλα μου τα αδέλφια, με τη βοήθεια
του Θεού πρώτον και με τη βοήθεια
της μάνας μας η οποία μας
παραστάθηκε και σαν μάνα και σαν
πατέρας. Τα βράδια δεν πέφταμε να
κοιμηθούμε χωρίς να κάνουμε
προσευχή. Στην εκκλησία πηγαίναμε
κάθε Κυριακή. Ήμασταν Χριστιανοί όχι
κατ’ επίγνωση, αφού δεν ξέραμε το
λόγο του Θεού. Ήμασταν Χριστιανοί
στην ταυτότητα.
Τα χρόνια της κατοχής πέρασαν πολύ
δύσκολα και πάνω που πανηγυρίζαμε
για ειρήνη, ήρθε νέος πόλεμος για
την Ελλάδα. Ήρθε ο εμφύλιος και από
αυτόν τον πόλεμο είχαμε ένα θύμα
στην οικογένεια μας. Σκοτώθηκε ο
μεγάλος αδελφός μου ενώ υπηρετούσε
το στρατιωτικό του.
Πέρασαν τα χρόνια γεμάτα κόπο,
πόνο και βάσανα. Πήγα στρατιώτης και
ενώ όλοι πάνε μια φορά στρατιώτες
εγώ πήγα τρείς φορές.
Ήρθε ο καιρός να παντρευτώ, και εδώ
στάθηκα πολύ τυχερός, αφού ο Θεός
μου έδωσε μία πολύ καλή κοπέλα, την
Πελαγία και αποκτήσαμε και δύο
παιδιά: τη Μαρία και το Κώστα.
Έτσι κυλούσαν τα χρόνια με την
οικογένεια μου ώσπου κάποτε
αρρώστησα. Οι γιατροί μου λέγανε
αρθριτικά, αλλά τι αρθριτικά ήταν
αυτά που δεν μπορούσα να περπατήσω;
ένας γιατρός μάλιστα μου είπε θα
ακινητοποιηθώ.
Πηγαίναμε με την γυναίκα μου στις
εκκλησίες και τα μοναστήρια με
διάφορα τάματα αλλά καλυτέρευση δεν
έβλεπα.
Πάνω στην απελπισία μου μου ήρθε
στο μυαλό μου μία ιδέα: Να πέσω από
την σκαλωσιά στην οικοδομή που
δούλευα, για να φανεί ατύχημα και να
πάρουν τα παιδιά και η γυναίκα μου
σύνταξη. Σ’ αυτή την εποχή λοιπόν ο
μεγάλος μου αδελφός που με περνάει
δέκα χρόνια, ερχόταν στο σπίτι μας
συχνά και μας μίλαγε για το Χριστό
και για το ευαγγέλιο. Εκείνο το
καιρό είχε πιστέψει στο Χριστό και
ερχόταν και μίλαγε και σε μάς. Όταν
εγώ αρρώστησα, μας έλεγε ότι ο Θεός
είναι ζωντανός και μας ακούει και
δεν έχουμε παρά να ζητάμε από το
Χριστό την θεραπεία. Τόσο λοιπόν εγώ
και η γυναίκα μου δεν θέλαμε τα
κηρύγματα του και αποφασίσαμε να μην
τον αφήσουμε να μας μιλάει για το
Χριστό.
Οι γιατροί με τα φάρμακα που μου
έδωσαν, έπαθα φαρμακευτική αλλεργία.
Γέμισα καρούμπαλα κόκκινα όλος. Από
την κορυφή μέχρι και κάτω από τα
πόδια. Ήρθε ένας αδελφός μου να με
δει και μόλις με είδε έβαλε τα
κλάματα. Μετά ήρθε ένας Θείος μου να
με δει και λέει στη μάνα μου: «πάει
αυτός». Την στεναχώρια που πήρε η
μάνα μου δεν περιγράφεται.
Μετά έρχεται ο αδελφός μου που μας
μίλαγε για το Χριστό και μόλις με
βλέπει έτσι λέει πάλι: «Ο Θεός είναι
ζωντανός και ακούει προσευχές.
Θέλετε να κάνουμε μία προσευχή; Λέω
κι εγώ προσευχή είναι ας την κάνει.
Αυτός εκείνο το καιρό είχε βαπτιστεί
με Πνεύμα Άγιο και μόλις άρχισε την
προσευχή τον πλήρωσε ο Κύριος με
Πνεύμα Άγιο, και άρχισε να μιλάει
ξένες γλώσσες. Εγώ, μόλις είδα αυτή
τη σκηνή κατάλαβα ότι αυτά που ακούω
είναι από το Θεό. Τότε, άρχισα κι
εγώ να κλαίω και να ζητάω από το Θεό
να με σώσει από τη σκαλωσιά που
ήθελα να πέσω.
Για ψυχή δεν ήξερα, τα έμαθα μετά
που πήγα στην εκκλησία και πάμε
συνεχώς εγώ με τη γυναίκα μου και τα
παιδιά μας.
Πολλές φορές έχουμε πάρει από το
Χριστό θεραπείες και άλλες πολλές
ευλογίες. Θεράπευσε εμένα από τα
αρθριτικά μου, και τον εγγονό μου το
Μάκη απο καρκίνο.
Ο Χριστός είναι ζωντανός και
αληθινός Θεός. Είναι ο Σωτήρας του
κόσμου. O Κύριος να μας ευλογήσει.
Ο Χριστός έρχεται.
